το τελευταιο ποιημα



Υπάρχει κάτι
που σε πάει
πιο μακριά
και από τον θάνατο.

Και κάποιες φορές
το βαφτίζεις
μέσα στις πληγές σου
- δίνοντας του
για όνομα
μια αθωότητα 
ή ένα πένθιμο εμβατήριο
για να μάθεις
να στέκεσαι
προσοχή
στην πραγματικότητα.

Υπάρχει κάτι
που με πάει
πιο μακριά
και από τον θάνατο.

Είναι μέρες
που αιωρείται 
στο σκοτάδι
σαν μια διάφανη μουσική
ή άλλοτε
παίρνει την μορφή 
εκείνων που έφυγαν
και πίσω τους
άφησαν 
μια πυκνή σιωπή
να ακούγεται απ'το άπειρο.

Υπάρχει
μια πραγματικότητα
που δεν μοιάζει με τις άλλες
- και όταν συχνά
της καρφώνω
ένα ποίημα στην καρδιά -
εκείνη μου χαρίζει
μια αιωνιότητα
απ'τα μάτια σου.

Και ύστερα θυμάμαι
πως ήταν η ζωή μου
πριν απ'όλα αυτά.

Στο βάθος
ακουγόταν πάντα
ένα βιολί
που με συνόδευε
στο ημίφως μου.

Υπήρχε κάτι
που με έβγαζε στο φως
- και ήταν αυτό
το κορμί της
γεμάτο απ'την άρνηση
για θάνατο.

Και πριν χαθούν όλα
στο σκοτάδι 
- θυμάμαι ακόνα να λέει:
<<Κουβαλάς τόσα
κατεστραμμένα ποιήματα μέσα σου>>

- και εγώ ακούμπησα στο φως της
μήπως και τα ξαναχτίσω -

Καμιά φορά
ξεγλιστράω την ψυχή μου
απ'τον βούρκο του σκοταδιού
και των αναμνήσεων 
- μα πάντα -
βρίσκω εμπρός μου
κάποιον που υποφέρει
και μια καρδιά
καρφωμένη από καιρό
- καρφωμένη από εμένα.






α








«κουβαλάς τόσα κατεστραμμένα
ποιήματα μέσα σου» είπε
...και εγώ
ακούμπησα στο φως της μήπως και τα ξαναχτίσω...




Τα μάτια σου
σαν χαρακώματα
όπου μέσα τους
πολέμησαν
όλες μου
οι επιθυμίες
μέχρι θανάτου.

Στο πλάι σου
όλα τα ποιήματα
άνθιζαν
και εγώ για εσένα
έκοβα 
τον πιο μοιραίο στίχο
και τον άφηνα
κάθε πρωί
στο δέρμα σου.

Στο πλάι σου
το σκοτάδι
μπλεκόταν 
στον ορίζοντα του κορμιού σου
- και έτσι όπως χτύπαγε το φως σου -
ένα καινούργιο ηλιοβασίλεμα γεννιόταν.

Στο πλάι σου
ο φόβος
έμενε γυμνός και ανυπεράσπιστος
- και η θάλασσα
που μας έπνιγε -
ήταν πια ένα σεντόνι
που σκέπαζε
όλα τα μυστικά μας.

Όμως εκείνο το βράδυ
- όταν ξεγλίστρησες απ'τα χέρια μου -
εγώ έχασα ολόκληρη την ψυχή μου
-  και ύστερα
όλα θάφτηκαν
στην απελπισία
- μα τα μάτια σου
είναι πάντα μια μνήμη
που προσπαθεί
να ξεθαφτεί.

Η μοναξιά
και η απουσία σου
με ξεριζώνουν 
- μα ακόμα και έτσι
θα έχω 
μια κενή θέση
στην καρδιά μου
που θα σε περιμένει
ως το τέλος.

Τώρα ξέρω
που ανήκω.

Ανήκω
σε εκείνη την στιγμή
που όταν ο έρωτας πλησίαζε
πάνω στο κορμί σου
- ένας κόσμος
μοιραζόταν σε καρδιά και σε μνήμη.

Τώρα
 ξέρω
που θα πεθάνω
- εκεί
στις πιο βαθιές μου
επιθυμίες.

- και μέσα
σε αυτή την ματιά σου
που με στοίχειωσε
θα πολεμώ ως το τέλος
ή
τουλάχιστον
μέχρι να ξεχαστώ
για πάντα
στο φως σου.


σ



Μια μουσική
- σαν αθωότητα στο σκότος -
ηχεί απ'τον πυθμένα της καρδιάς σου
- και απ'την δικιά μου -
ηχούν ποιήματα καταραμένα
που γράφτηκαν με το αίμα σου
πλάι στο φως
- πλάι στην αθανασία των ματιών σου.

Μέσα
στα μάτια σου
 η θύμηση
 χορεύει πάντα
ένα βαλς με τον θάνατο
- και απ'το βάθος
ένα πλανόδιο ποίημα
μέσα από τρεμάμενες υποσχέσεις
συνοδεύει όλες μου τις αισθήσεις
στην αιωνιότητα.

Όταν σε φίλαγα
ένας μονόλογος
ξετυλιγόταν
πάνω στο δέρμα μου
- μα όταν
άγγιξα τα χέρια σου
η φλέβα που οδηγούσε
στην καρδιά
με εγκλώβισε
για πάντα στο φως σου.

Τώρα
- δεν θυμάμαι πια
 το σώμα σου
- ούτε αυτό το φιλί το τελευταίο -
μονάχα το γέλιο σου
που είναι αιώνιο.

Κάπου στο άπειρο
υπάρχει ένα ποίημα
που δεν αντάλλαξα ποτέ
- και ο πρώτος
και τελευταίος στίχος
είναι η εικόνα σου
αλλά και η μνήμη αυτών
που ταξίδεψαν στο σύμπαν
- αχ,η αιωνιότητα για να αντέξει
παίρνει πάντα
το φως
εκείνων που δεν πρόφτασαν.

Τώρα
που όλα λύγισαν
- έμεινε μόνο
μια φλόγα
που σιγοκαίει
και μια προσευχή
που δεν ακούει πουθενά
πάρα μόνο
στην απουσία σου.

Κάποτε
θα ονειρευτούμε
ξανά
- και η αγάπη
θα ξεπροβάλει
σαν φως
ή σαν μια επανάσταση
που έπρεπε από καιρό να δοθεί -
και ίσως
το μόνο που μπορεί να μας κρατήσει ζωντανούς
να είναι
η αθανασία εκείνων των ματιών που ποθήσαμε
ή εκείνο το γνώριμο γέλιο
αυτών που έφυγαν
και άφησαν πίσω τους
τον δικό μας θάνατο.


5



Θα γυρίσω πίσω
εκεί που γεννήθηκα
μέσα στο φως
που ξεμακραίνει
να νοσταλγώ
για πάντα
τα ανολοκλήρωτα
πρόσωπα
που κάποτε
άγγιζε το δέρμα μας
στην πρώτη τους φωτιά
- πριν στοιχειώσουν
τις σκέψεις μας
με πεθαμένες
ενθυμίσεις.

Θα γυρίσω εκεί
στην απλότητα των χεριών σου
και στο βάρος
αυτής της ανείπωτης
μουσικής των ματιών σου.

Μέσα στα ποιήματα 
και στο πέρασμα του χρόνου
ξάπλωσαν τόσα κορμιά
και τόσες ψυχές
άφησαν τα σημάδια τους
- μα το φως σου
μέσα στο χώμα της καρδιάς μου
άφηνε πάντα
την ελπίδα
για μιαν άνοιξη.

Θα γυρίσω εκεί
στο πρώτο βλέμμα
της μητέρας μου.

Θα γυρίσω πίσω
να προφτάσω
μιαν όμορφη
θύμησης του πατέρα μου.


Θα γυρίσω στο τότε
- και στην νεότητα
της καρδιάς μου
θα απλώσω
έναν στίχο:

<<Μέσα σε αυτό
το αδάμαστο κύμα
που φοβάσαι
κάποτε θα χορέψουμε
για όλες τις θάλασσες του κόσμου>>

Θα γυρίσω εκεί
στις άκρες του κορμιού σου
και με ένα ποίημα διάφανο
θα αγγίξω την αιωνιότητα
- και με ένα φιλί -
θα διαλύσω για πάντα το σκότος
που μας σκέπαζε.

Κάποτε
θα βρεθούμε
με όσους δεν προφτάσαμε
να αγγίξουμε λίγο απ'το φως τους
- και αυτή η μουσική
που κλαίει για εμάς -
δεν θα είναι
τίποτα άλλο
πάρα μόνο
η εξιστόρηση 
για το τέλος
αυτής της πένθιμης μνήμης.




σρερερερ



Όταν
κοιμίζεις 
το πρόσωπο σου
στην καρδιά μου
- όλος ο κόσμος
 αναστέλλεται -
και τα δυο σου χέρια
όπως χορεύουν
με την θλίψη μου
- περισσεύουν
μια ομορφιά
για να χτίζω
την ύπαρξη σου
απ'το ύφασμα του ονείρου.

Πάνω στο δέρμα μου
- οι ουλές
παίρνουν πάντα
την εικόνα σου -
και ανάμεσα
στο δέρμα μου
και στην ενθύμηση
των ματιών σου
- πηγάζει
εκείνη
η μεθυσμένη στιγμή
που δεν γεύτηκα. 

Ο κόσμος
αναστέλλεται
όταν σφιχτά
τεντώνω
τις πληγές σου
για να παίξω
αυτή την
άυλη μουσική
της καρδιάς σου
και να σκοτωθώ
από το φως σου.

Στην καρδιά μου
- έχει αποτυπωθεί
ένα ποίημα
που έχει
τα μάτια σου.
Θυμάμαι
την πρώτη φορά
που κάναμε έρωτα
-  οι μοναξιές μας
έφτιαχναν
ένα δυνατό φως
όπου αυτό
έπεφτε στις άκρες
του κορμιού σου
- και από εκεί -
ένα ποίημα
γεννιόταν.

Αχ - πόσες φορές
δεν πέθανα
απ'το φιλί σου;

Μα κάθε
ανάσα σου
με έκανε αθάνατο.

Θα σε θυμάμαι
- με εκείνο
τον διάφανο πόνο
που λυτρωνόταν
μόνο σαν τον ζούσαμε.
Ο κόσμος
- απ'όταν
ανταλλάξαμε
τις υπάρξεις μας -
αναστέλλεται
σε
κάθε σιωπή
που περνά.
Και εγώ
συχνά 
ονειρεύομαι
πως μας
σκεπάζει
εκείνο το όνειρο
που χορεύουμε
πάνω στο φως
ή εκείνες
τις κρύες νύχτες
που το μόνο
ευτύχημα
στην κόλαση
ήταν το πρόσωπο σου
στην καρδιά μου.

ε



Θα ήθελα
να βυθίσω
όλους μου
τους εφιάλτες
μέσα στην καρδιά σου
- και από εκεί μέσα -
η ψυχή μου
να ανθίσει ξανά
- σαν να χορεύουν
στο όνειρο
τα ανεκπλήρωτα 
μαζί
με το πρόσωπο σου.

Μέσα
στην καρδιά μου
- υπάρχει
απλωμένο
ένα ποίημα
στην σιγή -
και σαν
ακουμπά
το φως σου
- η ύπαρξη του
μεθάει
και χάνεται
για πάντα
στο σκοτάδι σου.
Άκου
τους παλμούς -
 θρηνούν
για αυτά που χάσαμε
- μα ίσως
και να μετράνε
τον χρόνο
για αυτά
που θα έρθουν.
Μην φοβηθείς
- είναι
που η καρδιά μου
χτυπούσε
πάντα αντίστροφα.
Απλώνω
στην θύμηση σου
αυτό 
το τελευταίο
ποτήρι κρασί
- και ύστερα
μέσα μου
κυλάνε ξανά
όλες οι αισθήσεις
- ή ακούγεται
μια μουσική
σε εκείνο
το σκοτεινό
κομμάτι του εαυτού μου.
Κάποτε
- θα ακούσουμε
μια άλλη μουσική -
και όλοι
οι εφιάλτες
που ζήσαμε
- θα περνάνε
απ'τον φόβο
στο φως -
και τα πρόσωπα
που δεν προφτάσαμε
θα είναι ένα καλά
φυλαγμένο χειρόγραφο
ενός ποιητή
- όπου πάνω του
θα εξιστορείται 
όλο το ανείπωτο.
Μην φοβηθείς
- έλα
να βυθίσουμε
τους εφιάλτες μας.
Κάπου μέσα μου
έχω έναν χειμώνα
- μα τα μάτια σου
έβρισκαν πάντα
τρόπο να ανθίζουν
στις πιο
άσχημες πληγές.

Σ'αγαπώ
- και βυθίζομαι.
Η καρδιά μου
πλησιάζει 
στο τελευταίο ποίημα
- και εκεί
θα είναι όλα
όπως παλιά -
το φως
θα πλαγιάζει
στο κορμί σου
και το ανεκπλήρωτο
θα είναι όπως τότε
- πάνω στα χείλη σου.
- και το ποίημα
που είχε πέσει
σε σιγή -
θα βρίσκει πια
το δικό του
χώμα
να φυτρώσει.
  

123123123123



Κάτι μέρες
με σημαδεύουν
στην καρδιά
- με μια σφαίρα
δυνατή
από πρόσωπα
που έφυγαν -
εισχωρούν
βαθιά
στο όνειρο
και λυτρώνουν
τον πόνο
που μεγάλωσα.
Τώρα που
οι εφιάλτες μου μεγάλωσαν
- καταλαβαίνω -
πως όσο και να πάλεψα
με το σκοτάδι
- πάντα αυτό
με σκέπαζε τις νύχτες.

Έχω ένα
ποίημα
μέσα μου
που δεν τελειώνει ποτέ
- και συνήθως
κρύβεται στον πόνο
που δεν μοιράστηκα ποτέ
ή σε αυτήν την σιωπή
 που σιγοτραγουδά
αφού κάνουμε έρωτα.

Έχω έναν πόνο
που περνά
απευθείας στην καρδιά
- και για να ζεσταθεί -
περνά στις φλέβες του
τα χαμόγελα
των περασμένων
εκείνων ανθρώπων
- που πια και αυτοί -
σαν μια θολή μα γνώριμη σκιά
αποκοιμιούνται κάθε βράδυ
στο πιο ζεστό μέρος 
που υπάρχει μέσα μας.

Κάτι μέρες
στοχεύουν στην καρδιά
- και έτσι
αποφάσισα πια
να ζήσω στο όνειρο -
εκείνο που
όλα δεν συνέβησαν ποτέ
ή μάλλον
όλα είχαν συμβεί
προτού ονειρευτώ.
Μοιράσου
μαζί μου
έναν τελευταίο
ποτήρι
από αυτό το όνειρο. 

Και δώσε μου
να πιω το φιλί σου.
Το φιλί σου
πάντοτε
κοίμιζε τον πόνο.

Οι εφιάλτες μου
μεγάλωσαν
- και καμιά φορά
τους αιχμαλωτίζω εγώ -
και πάνω τους
απλώνεται
μια μακρινή ζωή
στο χρώμα της στάχτης
που δεν θέλω να θυμάμαι.

Θυμάμαι κάτι στιγμές
μα πιο πολύ
τα πρόσωπα τους
- που περνάνε
απευθείας στο φως -
και με ζεσταίνουν
σαν ένα παραμύθι
που ακούσαμε κάποτε
ή σαν εκείνα τα χέρια
που κάποτε μας αγκάλιασαν σφιχτά
και τώρα απομακρύνονται
απ'τον χρόνο.
Έχω κάπου
στον βυθό
της καρδιάς μου
- ένα ποίημα
φυλαγμένο -
και έχει
στις λέξεις του
- το χρώμα του σκοταδιού
και την μυρωδιά
εκείνου
του παλιού παραμυθιού.
Κάποτε
- όταν
θα ξεμακραίνω
από αυτό που με χτυπά -
θα λυτρωθούν
όλα τα ποιήματα
και όλα τα πρόσωπα
που ζήσανε μέσα μας 
- και ύστερα
θα κοιμηθούμε
επιτέλους
ήσυχα
- ενώ από κάπου
θα ακούγονται
γνώριμα γέλια
ή αυτή
η ματωμένη μουσική
που πάντα
μάτωνε για εμάς.

τίτλος



Όταν νυχτώνει
τρέχω να κρυφτώ
στο απατηλό φως
που περισσεύει
απ'την θύμηση σου
- μα πάντα -
  καταλήγω
να σέρνομαι
ανάμεσα στις σκιές σου
 και σε αυτή
την γνώριμη
καταστροφή
που προσφέρουν
τα μάτια σου.

Όταν η νύχτα
απλώνεται
- εμένα με σκεπάζει ο φόβος -
γιατί ξέρω
πως θα συναντηθώ
με τις αόρατες πληγές
που περικυκλώνουν
την καρδιά μου σφιχτά
- ώσπου να
ξεχυθεί
το αίμα μου
σαν μελάνι
πάνω στο σώμα σου -
για να εξιστορήσει
το σ'αγαπώ.

Όταν δινόμασταν
στον χρόνο
και γδύναμε
τις μοναξιές μας
- εγώ φύλαγα
μέσα μου
όλο το βάρος
του χρόνου.
Και όταν
ξάπλωνες
πάνω
στην καρδιά μου
- εγώ 
αποτύπωνα
στην επιφάνεια της
το χρώμα
της ευτυχίας.
Το φιλί
κρατάει μια στιγμή
- το ποίημα
γδέρνει
την σάρκα του
στον χρόνο 
και πεθαίνει -
μα το αντίο σου
- αγάπη μου -
κρατάει για πάντα
μέσα στην
δυστυχισμένη
ψυχή μου.
Σε αυτή
την σιωπή
που έχτισε
η απουσία σου
- θα ακούω
πάντα
τα χαμηλόφωνα
ποιήματα
που έλεγες
με μια μόνο ανάσα.

Όπου
και αν φτάσαμε
- να θυμάσαι
 πως η καρδιά μου
πάντοτε
θα δαμάζεται
για εσένα
στις πιο άγριες μοναξιές.

Α,θυμάσαι
την πρώτη φορά
στο μισοσκόταδο; 

Εκεί
έγιναν όλα
- γιατί όταν
σε κοίταξα γυμνή
στο μισοσκόταδο
- καταδικάστηκα
να αγαπήσω
για πάντα
όλα τα πρόσωπα σου.

βλακεια 2



Η ύπαρξη σου
-  φαινομενική  -
μα
πλάι
στο σκοτάδι
και στην θλίψη μου
για λίγο
παίρνει
την υπόσταση
ενός ονείρου.

Στην σιωπή
μπορώ
ακόμα
να δω
την οντότητα σου.

Και η φωνή σου
συχνά
ακούγεται
μέσα
στα ματωμένα μου ποιήματα.

Όπως σε κρατώ
και τρεμοπαίζουν
οι καρδιές μας
- μοιάζουν
σαν να θέλουν
να κάνουν
ένα πέταγμα
προς την αθανασία.
 
Μα τώρα 
που στέκομαι ολομόναχος
- σκοτώνω την απουσία σου
χιλιάδες φορές -
μα στο τέλος
πάντα εγώ αιμορραγώ.

Θα έδινα
και την
τελευταία μου ελπίδα
για να κρατήσω ξανά
τον πόνο σου
στα χέρια  μου
- και για ένα
τελευταίο πέταγμα
προς τα χείλη σου
θα έδινα
 και την πιο φωτεινή μου ανάμνηση.


Όταν θυμάμαι
τα ακροδάχτυλα σου
που κράταγαν την ψυχή μου
για να μην σβήσει
- μπροστά μου
απλώνεται
μια κόλαση από μνήμες -
και εγώ
κάθε φορά
βουτάω
στα απάτητα
της καρδιάς σου.

Απόψε
μην βιαστείς
να φύγεις
- ας μείνουμε
εδώ ως το πρωί
- μονάχα
να κοιτιόμαστε
στα μάτια
και να 
θυσιάζουμε
το όνειρο.
 
Και αν όλα τελειώνουν
- εγώ θα επιστρέφω
πάντα στο φως σου
και θα κατοικώ
στα μάτια σου -
όπως ο πόνος
ενός ποιήματος
επιστρέφει
στον ποιητή.
 
Και έτσι
- πάντα
 φαινομενική
θα υπάρχεις στην ζωή μου -
και
αδιόρατα
θα ισορροπείς
στην κόλαση μου
και στο φως μου
- για να σε αγαπήσω -
μήπως και σώσω
κάτι
απ'τον τσακισμένο
εαυτό μου.

εδερ



Μια στιγμή
πριν πενθήσουμε
το φως μας
- αγάπησε με
όσο πιο χυδαία
μπορείς.

Τώρα που
φτάνουμε
στο τέλος
- μην φοβηθείς -
μονάχα
άπλωσε μου 
τα χέρια σου
να γίνουμε
μια ενιαία
μουσική.

Άκου
την σιωπή
πως αρμόζει
τα σώματα μας
στον δικό της χορό.

Τώρα που
σκοτεινιάζει
- έλα να
γίνουμε
ένα αδιαίρετο όνειρο -
και αν με φιλήσεις
μπορούμε
να γίνουμε
 τα άστρα
που κλέβαμε
σαν ήμασταν παιδιά.

Θα ήθελα
να μπούμε
μαζί
στην αγάπη
- γιατί μόνος
κανείς
σκουριάζει -
και ύστερα
ας κυλήσουμε
σε έναν ωκεανό
όπου μέσα του
θα βυθίζονται
οι παγωμένες
καρδιές μας.

Νιώθω
μια φλόγα
να με διαπερνά
σαν θυμάμαι
το φιλί σου
ή εκείνες
τις ώρες
που πλάγιαζες
- τόσο ήρεμη -
και
η αίσθηση μου
πλανιόταν
στο κορμί σου.
Στα τελευταία μου
λόγια
- ακούμπα πάνω -
μην διστάσεις.
Θα σε περιμένω
σε αυτή την
εκκωφαντική σιωπή
που κάνουν οι καρδιές
όταν σπάνε.
Πριν
πενθήσω
το τελευταίο αυτό
ποίημα
- κοίτα με
στα μάτια
σαν με σκοτώνεις.

Και πριν
σβήσει τελείως
αυτό  το μακρινό φως
και με αγκαλιάσει
στον λαιμό το σκοτάδι
- μην με αγαπάς-
μα τουλάχιστον
κράτα με σφιχτά
σαν μια 
τελευταία
προσευχή
- σε εκλιπαρώ 
πριν πνιγώ -
ας πενθήσω
ακόμη
μια φορά
τα μάτια σου.

ποιημαα



Συγχώρεσε με
για αυτό που έγινα
- δεν ξέρεις πως είναι
να χάνεις την ψυχή σου
και ο κόσμος
διαρκώς
να φλέγεται αδιάφορα.

Συγχώρεσε με
αν πια
σε τρομάζω
- μα όταν σε ντύνει
η μοναξιά -
η σάρκα σου
κυνηγάει
να ξεδιψάσει 
με αθωότητα.

Όλα
τελειώνουν
όπως ξεκινάνε
- μόνο που στην πρώτη περίπτωση -
συνεχίζεις
χωρίς την δικιά σου καρδιά.

Γιατί η δικιά σου
έχει τυλιχτεί
από καιρό
σε μια αιώνια
παγίδα
- και μέσα της
περνάνε
σαν δοκιμασίες -
οι ευχές
ή οι αποφάσεις
που ποτέ δεν έφτασαν
στο τέλος τους.

Είναι δύσκολο
να έχεις χάσει
την καρδιά σου
- μα πιο πολύ
να μην ζέστανε
καμία καρδιά
το κορμί σου
μέσα στον
άγριο χειμώνα.

Μέσα στο φως
όλα λυγίζουν
και μένει
μόνο η απλότητα
να βυθίζει
το πιο βαθύ σου σημείο.

Έτσι και τώρα,
 παραμένουν μόνο
τα μάτια σου
- και
κάπου στο φως -
ισορροπούν
με την άγρια πλευρά μου
πριν χαθούν
για πάντα
στον λήθαργο.


Συγχώρεσε με
για όσα συνέβησαν
- μα είναι αδύνατον
να ζήσω
χωρίς το πρόσωπο σου.

Και εκεί έξω
η πραγματικότητα
σε φθείρει 
και σε αφήνει
να περιπλανιέσαι
γυμνός
στον πόνο.

Μα να θυμάσαι
πως αν αύριο
δεν χαράξει ο ήλιος
- θα χαράζει
πάντα μέσα μου
το χαμόγελο σου
σαν ορίζοντας
- και εγώ
σαν τυφλός
θα αγγίζω
για πάντα
τον ήλιο.
Όλα
θα τελειώσουν
όπως ξεκίνησαν
- με ένα τραγούδι
ή με ένα βλέμμα.
Και στα αλήθεια
δεν ξέρω
αν θα έχω απομείνει ως τότε.

- να θυμάσαι
πως στις φλέβες μου
τρέχει
η εικόνα σου -

Συγχώρεσε με
για αυτό που έγινα
- μα σ'αγαπώ -
 και αυτή η μοναξιά
μακριά σου
ήταν πάντα ένας
δαίμονας
που διαρκώς
ψιθύριζε
το ανείπωτο.

ae


Έχεις
τα μάτια
της έμπνευσης
- και 
όταν νιώθω
αυτόν τον πόνο
στο στήθος -
έρχεσαι
εσύ
φορώντας
μόνο την ψυχή σου
 και
σαν ηλιοβασίλεμα
 απλώνεις
τον ήλιο
στο φιλί.
 
Έτσι όπως
ντύνει
η θάλασσα
την ερημιά
- θυμάμαι
πως σκέπαζα
το κορμί σου -
και ύστερα
με αυτό το χαμόγελο σου,
δινόμασταν
στο όνειρο
 για πάντα.

Πέφτω
- ακούς;

Ακόμα
πέφτω
απ'το όνειρο
και σε αναζητώ.

Και ακούω
μόνο
τους χτύπους
της καρδιάς σου
που είναι
σαν να
ψέλνουν
ένα ποίημα
στην σιωπή.
 
Έχεις
το σώμα
της έμπνευσης
- και εγώ,
ψηλαφίζω
μέσα στο σκότος
μέχρι να βρω
την πηγή
και
να ανάψω τα άστρα.
 
Μα τώρα
- σιωπή.
 
Σε κάθε ανάσα
- αντικρίζω
την απουσία σου.
 
Και μέσα μου
- οι σκιερές
μνήμες
 απλώνονται
στο αίμα.

Και αν έχει
μείνει
κάτι να σου δώσω
είναι
ένα τελευταίο φιλί.

Γιατί η καρδιά μου
ήταν πάντοτε
δική σου
- και μονάχα
στο πλάι σου
θα βρίσκει τρόπο
να ανθίζει.

Γιατί
σ'αγαπώ 
σαν απεγνωσμένος
- και σου ανήκω
όπως
η αγάπη
ανήκει
στην αιωνιότητα.




3666234234



Σαν ένας
απαλός θάνατος
τα μάτια σου
- και συχνά -
θυμάμαι
ξάπλωνα
πάνω τους
τον τσακισμένο
απ'τις
αγριότητες
εαυτό μου
- και ύστερα
ακουγόταν
αυτή η μουσική
που ακούμε
όταν είναι πια αργά
ή όταν
διαβαίνουν 
την ζωή μας
άνθρωποι
χωρίς
πραγματικά
να διασχίσουν
την καρδιά μας.

Ο ουρανός
εκείνο
το βράδυ
ήταν κόκκινος
 - και το βλέμμα σου,
ατόφιο
από πραγματικότητα -
άρχισε
να γράφει
μέσα στην καρδιά μου
ένα ποίημα
από λέξεις
διάφανες
που ίσως
να μπορούσε
να αγγίξει
μόνο ένας
τυφλός
όταν βλέπει
το σούρουπο.


Το σώμα σου
- αχ 
ένας γαλήνιος
θάνατος -
όπου πάνω
του
μέθυσα
όλες μου
τις αμαρτίες
και για λίγο
η ψυχή μου
έφτανε
την αιωνιότητα.
Μα όταν
στο σκοτάδι
τα μάτια σου
έπαιρναν
αυτό το πένθιμο χρώμα
- εγώ έβλεπα
μέσα
μια φλεγόμενη
επανάσταση.

Έζησα
πάνω σε ακρότητες
και η μοναξιά
με κατάπιε
μα πάντα
ύφαινα
στην καρδιά μου
μια θέση για εσένα.

Θυμάσαι
εκείνα τα πρωινά,
που ξυπνούσες
πλάι στον ήλιο
και εγώ
έπινα κρασί
απ'το κορμί σου
- ξέροντας
πως κάποια στιγμή
θα διαλυθούμε
σαν σκόνη
πάνω στην αγάπη
και θα μείνει
μόνο
μια μακρινή
ενθύμηση.

Πάνω στο δέρμα μου
υπάρχει
ένας καθρέφτης
που δείχνει
αυτά
που δεν πρόφτασα.

Έτσι
καταλήγω πάντα
να επιβιώνω
με τα ερείπια
ενός ονείρου.

Διέσχισες 
 την καρδιά μου
σε μια νύχτα
- και από τότε
την διασχίζεις
κάθε νύχτα -
ώσπου φτάνεις
στην άκρη
του ονείρου -
και εγώ
πάνω στο
σκοτάδι σου
πενθώ
για το ανείπωτο
- ενώ
στο απέραντο
κάποιος
τυφλός
εξιστορεί
τον απαλό
θάνατο
των ματιών σου.

333333


Αν μου
έχει περισσέψει 
λίγη καρδιά
απ'την πραγματικότητα
που είδα
- ανήκει
πια
στα χέρια σου
και 
σε αυτό το όνειρο
που έχει καταγράψει
 πάνω στο σώμα μου
τις νύχτες
που μοιραζόμασταν
την μοναξιά
και τον φόβο.
 
Αν
κάτι μέσα μου
ακόμα ηχεί
- είναι
αυτή η ανάσα σου
που χτυπά
σαν μια καρδιά
ή σαν
μια μουσική
που μας θυμίζει
πως το άπειρο
είναι ακόμα μακριά
από εμάς.

Όπως
σε φίλαγα
- η νύχτα
μας χάριζε
κάτι περισσότερο
απ'το σκότος της -
και τα λιγοστά φύλλα
που έπεφταν
απ'τα δέντρα -
για λίγο
νέκρωναν
την στιγμή
και μας κάλυπταν
γυμνούς
χαρίζοντας μας
την άνοιξη
που δεν ήρθε ποτέ.

Τα σώματα μας
βυθισμένα
στην σιωπή 
ηχογραφούσαν
τον έρωτα
 - και η στιγμή
γινόταν
αιώνια
όταν κοίταγα
τα μάτια σου.

Όπως
αιώνιο
παραμένει
το κορμί σου
απ'την στιγμή
που σε άγγιξα
- πάνω
στην αιώνια
νιότη
στέκεται
ακόμα
απαράλλαχτο
απ'τα άστρα
και φωτίζει
το πιο
σκοτεινό
σημείο
του εαυτού μου.

Αν κάτι
μέσα μου
φλέγεται
συνεχώς 
είναι
αυτό
το ποίημα
που γδέρνει
όλες
τις ευτυχίες μου
για να βρει
τα μάτια σου.

Μα πάντα
- αυτό το ποίημα -
καταλήγει
φυλακισμένο
στην απουσία σου.

Δεν θα ξεχάσω την ματιά σου
- σαν προσευχή
μέσα στους πιο δύσκολους καιρούς -
 μα θα θυμάμαι ακόμα
την καρδιά σου
γιατί 
εκεί
έζησα
και πέθανα
στο πλάι σου.

Αν κάτι
ακόμα
στέκεται
άθικτο
στην κόλαση 
- είναι
οι ζωές
που μοιραστήκαμε
για να φτιάξουμε
μια ολόκληρη 

- είναι
ο χρόνος
που τον αφήσαμε
δίχως φόβο
να μας σκεπάσει
- είναι
οι καρδιές μας
που στέκονται
άθικτες
μαζί.

Και ίσως
μια μέρα
μακρινή,
όλα ξεκινήσουν
ξανά
εκεί που τελείωσαν,
γιατί κάπου
πάντοτε
θα υπάρχει
αυτό
το φλεγόμενο
ποίημα
να σε αναζητά
αλλά
και το σώμα
που 
στο βάθος
κατέγραψε
κάτι παραπάνω
απ'τις ζωές
δύο
ανθρώπων.


εσααδσ


Στο κατακόκκινο
δωμάτιο
της καρδιάς σου
- οι σκέψεις μου
έπεφταν νεκρές
σαν φύλλα ορφανά
 μέσα στο
άγριο
φθινόπωρο.

Σε αυτή
την κόλαση
της καρδιάς σου
- σαν έμπαινα -
άκουγα
μια μουσική
να λυπάται
που δεν αγγίξαμε
αυτό το άφταστο
σημείο του ουρανού.

Ένα ρίγος όμως
έφτανε στην καρδιά μου
όταν αφήναμε
αυτόν τον κόσμο
και περνούσαμε
στον πραγματικό κόσμο
- εκεί που
το δέρμα σου
και το κορμί σου
ήταν το
αιώνιο
κελί μου.

Σε ονειρεύτηκα
ξανά
- ήσουν γυμνή
και κατακτούσες
το ανεκπλήρωτο -
και εγώ
στο βάθος,
ρέμβαζα
πλάι στο φως σου
 έναν κόσμο
όπου το σκοτάδι
των ανθρώπων
θα σκέπαζε
μόνο τα κορμιά μας.
Όμως τώρα,
απλώνεται
στο δωμάτιο
η σιωπή
και
η ανυπαρξία σου.
 Μέσα μου
κλαίει
η ανάμνηση σου
- και αυτά
τα σκόρπια 
ποιήματα
στην καρδιά μου
δεν βρίσκουν
ποτέ
το τέλος τους.
Και έτσι,
όλα μένουν μισά
μακριά σου.
Και αυτή
 η καρδιά μου,
παραμένει
ένα άδειο
στοιχειωμένο δωμάτιο.
 Μα κάπου
μέσα
στον χρόνο
έχω
την δικιά σου ζωή.
Και όλες
εκείνες τις νύχτες
 που μοιραστήκαμε
την ευτυχία
στην κόλαση
- και αυτές
έχουν μια θέση
ακόμα
στην καρδιά μου.

Θα ζω πάντα
με το ανεκπλήρωτο
καρφωμένο
στην καρδιά μου
- μα και με εκείνα
τα πρωινά
που μπαίναμε
στο δωμάτιο
χωρίς ψυχές
και αφήναμε
στην κόλαση
τον κόσμο
που μας δώσανε
για να
περάσουμε
κάπου αλλού
- ίσως εκεί
που το άφταστο
σημείο του ουρανού,
δεν είναι τίποτα άλλο
από το σώμα
που χάρισες
την μνήμη σου.

γτσδ



Ο ήλιος
έσβηνε
πάνω
στο
κορμί σου
- μα από μέσα σου
άρχιζε
να ξεπροβάλει
μια φλόγα
που χόρευε
πάνω στο
σκοτάδι μου -
και έκτοτε
με συνοδεύει
σε όλες
τις πραγματικότητες
που πολέμησα.
Θυμάσαι
Κική;
Όπως
με κοίταζες
γυμνή
- πάντα
ξεγύμνωνες
κάτι περισσότερο
απ'το προφανές.

Και ύστερα
όταν έπαιζες
μουσική
σε αυτό
το σκονισμένο
 πιάνο
ήταν σαν να
γεννούσες
την άνοιξη
 σε κάθε τι
μάταιο
που μας πρόσμενε.


Ξάπλωνες
πλάι μου,
θυμάσαι;

Τόσο απλά,
τόσο τρυφερά
- και ο κήπος
της καρδιάς σου
- τόσο
ανθηρός -
που δεν μας
ένοιαζε
τίποτα άλλο
πάρα μόνο
να κατοικήσουμε
σε αυτό
το αύριο μαζί.

Σε εκείνη τη φωτιά
του κορμιού σου
-  ξενύχτησα
τους πιο άγριους
χειμώνες.

Και απ'την ανάσα σου
που τρεμόπαιζε
καθώς κάναμε έρωτα
- ονειρεύτηκα
έναν κόσμο
μόνο με την μέθη σου.

Όμως
τώρα,
στέκομαι μόνος
ενάντια
στην θύμηση σου.

Και η απουσία σου
- τόσο βαριά -
που με βυθίζει
για πάντα
στο σκότος.

Θα είμαι
πάντα εδώ
να προσμένω
εκείνες τις ημέρες
που η μέρα
και η νύχτα
έσβηνε
πάνω στο σώμα σου.
Και αυτά τα μάτια σου,
που πάντα
με αυτή την λυπημένη
χροιά στο βάθος,
ζητούσαν
ένα ταξίδι
μαζί στο άπειρο.
Να το θυμάσαι,
σ'αγαπώ.
Αύριο
- ίσως χρειαστεί
να δώσουμε
κάτι απ'την ζωή μας
για να συνεχίσουν
να φέγγουν
τον κόσμο 
αυτά τα χρώματα
των ματιών σου
- μα εγώ
ήδη,
γιατί σ'αγαπώ,
μοιραία
θα έχω φτάσει
στον πάτο της κόλασης.

123123123123123



Όπως
έπαιζε
αυτή η ερειπωμένη
μουσική
- εκείνη
ερχόταν
απ'το βάθος
βροχερή 
και γυμνή
- και στα χέρια της
άκουγες
τους χτύπους
της αιωνιότητας
να ζητάνε
έναν άνθρωπο
να πιαστούν.

Ήμουν
από χρόνια
πεθαμένος 
- όμως
σαν χορέψανε
τα σώματα
στις σκιές -
μέσα στην καρδιά
άνθισε
ένα ποίημα
γεννημένο
από έναν
άλλο κόσμο.

Ξέρεις
πως είναι
η μοναξιά
μακριά από
τα χέρια σου;

Τις νύχτες
καρφώνω
περίλυπες
σκέψεις
στο ταβάνι
μέχρι
να ματώσουν
απ'την πραγματικότητα.

Και ύστερα
πνίγομαι
μέσα
στην προβολή
του
αιματωμένου μας
ονείρου.

Ξέρεις
πως είναι
να φθείρεσαι
και να σκουριάζεις
μόνος;

Θα θυμάμαι
την καρδιά σου
σαν ένα καταφύγιο
- και τα μάτια σου -
α,τα μάτια σου,
σαν να φύλαγαν
πάντα
μέσα τους
μια ζεστασιά
για αυτούς
που δεν πρόλαβαν
το αύριο.
Και αυτό το σώμα σου
- με προστάτευε
σαν τα χαρακώματα
στις πιο μεγάλες
μάχες
με τον εαυτό μου.
Μα τώρα
- μόνο 
η βαθιά σιωπή 
της κόλασης.
Μόνο σιωπή
για αυτούς που χάσανε.
- γιατί αυτός
που χάνει
ποτέ
δεν επιστρέφει
εκεί που ανήκει.

Μόνο μια νύχτα
θα επιστρέψω,
μετά από χρόνια,
όταν θα ακουστεί
εκείνο το βιολί
με την ερειπωμένη
μουσική
- όπου και να βρίσκομαι -
θα έρθω
- να το θυμάσαι -
θα έρθω ξανά
να αγκαλιάσω
τους σφυγμούς σου
ως το άπειρο
- γιατί αγάπη,
σημαίνει
μια
αιωνιότητα
μαζί.

εεεεεε



Ίσως
βρεθούμε
ξανά
σε μια άλλη εποχή
- τότε
που όλες
οι ματαιότητες
θα ανθίζουν για εμάς
και τα κορμιά μας
θα παραμένουν
για πάντα
σκλαβωμένα
 πάνω στην αγάπη
και απ'το βάθος
η μουσική
θα εξιστορεί
την ιστορία μας
- μα ίσως
να μην είναι κανείς
εκεί για να την ακούσει.

Ίσως
συναντηθούμε
ξανά
σε μια εποχή
όπου θα
υπάρχουν μόνο
οι σκιές
από εμάς
- και αυτές οι λυσσασμένες
ανάσες μας
που αγριεμένες
θα χορεύουν
και θα ζητούν
 να καταλήξουν
για μια στιγμή
στο στήθος σου.

Το φθινόπωρο
με τα φύλλα του
θα μας δείχνει
τον παντοτινό δρόμο
και τα άστρα
θα σιγοσβήνουν
πλάι
στα μάτια σου.

Τα ποιήματα
θα τελειώνουν
στα ακάλυπτα
σημεία
του κορμιού σου 
 - και η ψυχή μου
ίσως για λίγο
να ξεχάσει
τον δρόμο
της κόλασης.

Ίσως
βρεθούμε
σε μια άλλη ζωή
- εκεί που
θα βυθιζόμαστε
στην απλότητα -
και μόνο η σιωπή
θα είναι ο μεγάλος
μάρτυρας
ό,τι 
 σε αγάπησα
μέχρι το τέλος.

Τα σημάδια σου
θα μείνουν
για πάντα
στην ψυχή μου.
Θα υπάρχεις για πάντα,
σε εκείνη την στιγμή,
που κέρδιζα την αιωνιότητα
επειδή βυθιζόμουν
στην καρδιά σου.

Τις νύχτες
συναντιόμαστε
στο σκότος
με την μνήμη σου
- και εσύ
στέκεσαι
στην άκρη
της πραγματικότητας -
έτοιμη να πέσεις
και να σκοτώσεις
την ύπαρξη μας.

Θα θυμάμαι
έως το τέλος
τις στιγμές
που πλαγιάζαμε
στο άπειρο.

Ίσως
βρεθούμε
ξανά
σε μια άλλη εποχή
- αλλά
θα είναι αργά -
και δεν
θα είμαστε
πάρα μόνο
μια σκόνη
πάνω στο ανείπωτο
- μα εκείνα τα μάτια σου
όπως άνθιζαν πάντα
την ζωή μου - 
ίσως τότε
ανθίσουν
την ξεραμένη
καρδιά μου
και αυτή την τρεμάμενη εποχή
που όσο πάει
και αυτή
τελειώνει.

φθ


Από μακριά
τις νύχτες
φτάνει
το άπειρο
του σώματος σου
και σκεπάζει
το δέρμα μου
με τις μνήμες σου
- ή άλλοτε
με ζωές
που δεν πρόφτασα
και παρέμειναν
για πάντα
απολησμονημένες
σε ένα φθινοπωρινό
βροχερό όνειρο
της παιδικής μας
ηλικίας.
 
Από μακριά
τα βράδια
έρχεται
στην καρδιά μου
μια μουσική
ντυμένη
με την γυμνότητα σου
και με σκοτώνει
μέχρι να ομολογήσω
όλες τις πραγματικότητες
που είδα.
 
Θυμάσαι
εκείνη τη νύχτα;
 
Η κόλαση
έπεφτε
απαλά στα σώματα μας
- όμως εμείς
το ξέραμε,
πως εκείνη την στιγμή,
μοιραζόμασταν
κάτι παραπάνω
από το ίδιο όνειρο
- μοιραζόμασταν
τον ίδιο κόσμο.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ
τα ποιήματα
που κράταγες
στα ακροδάχτυλα σου
μαζί
με την ανάσα μου
- που εγκατέλειπε
αυτό το άδειο 
κορμί μου -
και τράβαγε
προς το φως σου.
 
Τις νύχτες
έρχεται
κάτι πένθιμο
και κλαίει
γοερά
για τις φορές
που δεν χορέψαμε
κόντρα στον άνεμο
και για τα πρωινά
που όταν ξυπνούσα
έβρισκα πλάι μου
μόνο ένα σκοτάδι
να σκοτώσω.
 
Συχνά
βρίσκω
μέσα μου
τα
ερείπια
απ'όλα τα
πρόσωπα 
που πόθησα.
 
- και ακόμα
πιο συχνά
κάτι μέσα μου
γκρεμίζεται.

Μα
κάπου εκεί
- μέσα στον χρόνο
και στις βροχές
που υπήρξαν -
-κάπου μέσα
στην άδεια καρδιά μου
που γκρεμίζεται -
-ζει κάτι βαθύτερο
που με επιβιώνει
 
- είναι αυτό
το άπειρο
του σώματος σου
και η απεραντοσύνη
των ματιών σου,
που κάνουν
 τον θάνατο
να μοιάζει
σαν ένα ποίημα
το φθινόπωρο
- έτσι λοιπόν
είναι που κάθε τέτοια
εποχή
πεθαίνω για εσένα.